Κατηγοριοποίηση χαρακτηριστικών προσώπου και εγκληματικότητα.


 

Πολλοί πιστεύουν ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε έναν βίαιο εγκληματία με την μέθοδο κατηγοριοποίησης χαρακτηριστικών προσώπου (facial profiling), με άλλα λόγια από τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Σκέψου, είναι δυνατόν να «διαβάσουμε» τον χαρακτήρα κάποιου μέσω της παρατήρησης των χαρακτηριστικών του προσώπου του;

Μπορεί κανείς να κρίνει αν ένας άνθρωπος είναι επικίνδυνος από τα χαρακτηριστικά του προσώπου του; Στις 27 Νοεμβρίου του 2008 ανακριτές της ινδικής αστυνομίας βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο με τον μόνο τρομοκράτη που συνελήφθη για τις αιματηρές βομβιστικές επιθέσεις της Βομβάης. Έμειναν έκπληκτοι, ο Ατζμάλ Κασάμπ ήταν μόλις 1.50 ύψος και είχε ζωηρά μάτια και ροδοκόκκινα μάγουλα. Το παιδικό του βλέμμα του έδωσε το προσωνύμιο —»ο δολοφόνος με το αγγελικό πρόσωπο«

— και τρόμαξε το ταραγμένο πλήθος. «Ποιος και τι είναι; Επικίνδυνος φανατικός ή αθώος θύμα εκμετάλλευσης;» διερωτήθηκε ένας τρομοκρατημένος αρθρογράφος τ

Κατηγοριοποίηση χαρακτηριστικών προσώπου και εγκληματικότητα

ων Times της Ινδίας. Κανένας, όπως όλα δείχνουν, δεν περίμενε το πρόσωπο του τρόμου να είναι τόσο γλυκό.

Η αντίληψη ότι το πρόσωπο ενός άνδρα αντικατοπτρίζει τον χαρακτήρα του είναι μια πανάρχαια προκατάληψη. Από την εποχή του Αριστοτέλη, οι άνθρωποι απέδιδαν τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας στο πρόσωπο και στο σώμα, μια τέχνη γνωστή ως φυσιογνωμία. Η πρακτική αυτή έγινε δημοφιλής στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν ένας Ελβετός υποστηρικτής της δημοσίευσε μια σειρά εικονογραφημένων οδηγών τσέπης που σκοπό είχε να βοηθήσει τους αναγνώστες να ερμηνεύουν πρόσωπα. Σύντομα, όλοι είχαν πειστεί ότι η σπουδαιότητα ενός ανθρώπου ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του, (η μεγάλη μύτη του Γεωργίου Ουάσινγκτον για παράδειγμα τόνιζε δύναμη και διορατικότητα). Για τα επόμενα 150 χρόνια, μια ομάδα τολμηρών φυσιογνωμιστών ξεκίνησαν τη χρήση μιας νέας «επιστήμης» για την αναγνώριση των «εγκληματιών» της κοινωνίας.

εκτόμορφος, μεσόμορφος και ενδόμορφος

Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Ιταλός εγκληματολόγος Σεζάρε Λομπρόζο (Cesare Lombroso) έκανε αυτοψίες σε κατάδικους και κατέγραψε χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν «γεννημένους εγκληματίες,» όπως τα μεγάλα αυτιά και υπερτροφικούς κυνόδοντες. Το 1930, ο Έρνεστ Χούτον (Earnest Hooton) του πανεπιστημίου Χάρβαρντ εξέτασε 14.000 φυλακισμένους και παρατήρησε ότι οι δολοφόνοι πρώτου βαθμού έτειναν να έχουν ίσια μαλλιά ενώ τα μαλλιά των δολοφόνων δευτέρου βαθμού ήταν ασυνήθιστα χρυσαφένια. Μερικά χρόνια αργότερα, ο ψυχολόγος Γουίλιαμ Σέλντον (William Sheldon) από το πανεπιστήμιο της Κολούμπια μελέτησε νεαρούς εγκληματίες και παρατήρησε ότι μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν σε τρεις ομάδες, στους εκτόμορφους (αδύνατο πρόσωπο, λεπτοκαμωμένοι, μυαλωμένοι), μεσόμορφους (φαρδύ πρόσωπο, μυώδεις, επιθετικοί), και στους ενδόμορφους (στρογγυλό πρόσωπο, χοντροί, κοινωνικοί). Κατέληξε ότι οι φαρδυπρόσωποι μεσόμορφοι ήταν πιο επιρρεπής στην εγκληματικότητα.

Οι παραπάνω θεωρίες κατέρρευσαν μετά από λεπτομερή εξέταση των μεθόδων έρευνάς τους. Ο Λομπρόζο έκανε χρήση αθλίων στατιστικών μεθόδων. Ο Χούτον αφαίρεσε δεδομένα τα οποία δεν ταίριαζαν στην υπόθεση του. Ο Σέλντον δεν εξέτασε αρκετούς εγκληματίες. Ενώ μετά την εμφάνιση των στρατοπέδων συγκέντρωσης των Ναζί, οι θεωρίες των «εγκληματικής ανθρωπολογίας» χάθηκαν από το προσκήνιο και οι ερευνητές στράφηκαν σε κοινωνικές ερμηνείες της συμπεριφοράς.

Ωστόσο στις ημέρες μας η φυσιογνωμία επανέρχεται στο προσκήνιο. Την τελευταία δεκαετία καινοτομίες στην τρισδιάστατη τεχνολογία και σε λογισμικά αναπαράστασης (animation software) επέτρεψαν την περαιτέρω έρευνα. Την ίδια στιγμή, ιδέες από τη γενετική και την εξελικτική ψυχολογία αναβιώνουν παλιές διαμάχες σχετικά με το βιολογικό καθορισμό, τις διαφορές στο γένος και στη φυλή, καθώς και γιατί οι άνθρωποι κατέχουν τα πρόσωπα και τα σώματα που έχουν.

Ορισμένοι «νέοι φυσιογνωμιστές» αναβιώνουν έναν παλιό ισχυρισμό: ότι μπορείς να εκτιμήσεις τη ροπή κάποιου ανθρώπου σε επιθετική συμπεριφορά από το σχήμα του προσώπου του. Ο ψυχολόγος του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στη Σάντα Μπάρμπαρα Άαρον Σέλ (Aaron Sell) ανάφερε ότι φοιτητές του πανεπιστημίου μπορούσαν να εκτιμήσουν με ακρίβεια τη δύναμη των άνω άκρων αγνώστων ανδρών παρατηρώντας μόνο τα πρόσωπα τους (ο λαιμός των ανδρών ήταν καλυμμένος). Οι φοιτητές εκτίμησαν εξίσου καλά την δύναμη συμφοιτητών τους, όπως επίσης και ανθρώπων που κατάγονταν από την Νότια Αμερική. Μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση ήταν ότι οι φοιτητές με που είχαν “άγριο” παρουσιαστικό συμμετείχαν και στους περισσότερους καβγάδες. Μια άλλη μελέτη του Άαρον Σέλ προτείνει ότι οι «άγριοι» άνδρες είναι πιο επιρρεπής στη χρήση βίας—ή στην υποστήριξη στρατιωτικής δράσης—για την επίλυση αντιπαραθέσεων.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν την επιθετικότητα του χαρακτήρα; Ο Άαρον Σέλ υποστηρίζει ότι είναι το κόψιμο του φρυδιών και το σχήμα του σαγονιού, δυο χαρακτηριστικά που διαμορφώνονται κατά την εφηβεία από το επίπεδο τεστοστερόνης (η υψηλή τεστοστερόνη έχει συνδεθεί με αρρενωπά χαρακτηριστικά όπως επίσης και με την επιθετικότητα). Άλλοι επιστήμονες προτείνουν ένα άλλο χαρακτηριστικό: την αναλογία του πλάτους και του ύψους του προσώπου, όπως καταγράφεται από μάγουλο σε μάγουλο και από το χείλος μέχρι το φρύδι. Μια ομάδα Καναδών ψυχολόγων παρουσίασε εργαστηριακές εξετάσεις όπου άνδρες με φαρδύτερα πρόσωπα είχαν υψηλότερη επιθετικότητα από άνδρες με αδύνατο πρόσωπο. Επίσης παρατήρησαν ότι αθλητές του χόκεϊ με φαρδύ πρόσωπο δέχονταν τις περισσότερες αποβολές. Δυο πρόσφατες έρευνες που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Επιστήμη της Ψυχολογίας (Psychological Science) έχουν ενισχύσει την αντίληψη ότι άνδρες με ρωμαλέο παρουσιαστικό, είναι πιο σκληροί και είναι πιο πιθανό να συμπεριφερθούν επιθετικά ή αναξιόπιστα.

Η ιδέα δεν απέχει πολύ από αυτό που είχε προτείνει ο Γουίλλιαμ Σέλντον το 1940. «Συγκεκριμένοι τύποι ευέξαπτων μεσόμορφων είναι επιρρεπής σε «μυϊκούς παραλογισμούς» και θα μπορούσαν να είναι το ίδιο καταστροφικά επικίνδυνοι σε ένα ανθρώπινο περιβάλλον, όπως είναι η μεγάλη γκρίζα κουκουβάγια σε μια αποικία λαγών». Ο Σέλντον δεν πρότεινε μόνο ότι οι μεσόμορφοι άνδρες ήταν επιρρεπής σε επιθετική συμπεριφορά άλλα και ότι ήταν πολύ πιθανόν να είναι εγκληματίες. Μήπως είχε δίκαιο;

Ο ψυχολόγος Ρόμπερτ Ντίνερ (Robert Deaner) εξέτασε τις φωτογραφίες καταδίκων από τη βάση δεδομένων του Τμήματος Φυλακών του Μίσιγκαν και μέτρησε την αναλογία πλάτους-ύψους του προσώπου 688 καταδίκων. Ταξινόμησε καθέναν τρόφιμο χωριστά σε βίαιο ή μη βίαιο σύμφωνα με πρότυπα τουFBI, και σύγκρινε τα πρόσωπα τους σε σχέση με τα εγκλήματα που διέπραξαν. Δεν υπήρξε καμία διαφορά στο μέσο όρο της αναλογίας πλάτους-ύψους μεταξύ βίαιων και μη βίαιων ατόμων. Ωστόσο, ο Ντίνερ παρατήρησε ότι τα πρόσωπα των φυλακισμένων ήταν φαρδύτερα από ότι εκείνα μιας ομάδας φοιτητών, και ότι όλως περίεργος οι επαγγελματίες παίκτες του χόκεϊ είχαν φαρδύτερα πρόσωπα από εκείνα των φυλακισμένων. Το συμπέρασμα του: «Το πλάτος του προσώπου δεν προβλέπει βίαια συμπεριφορά… Πιστεύουμε ότι το κλισέ, ποτέ μην κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλο του, παραμένει μια φρόνιμη συμβουλή».

Είναι προφανές πως έχουμε την τάση να αγνοούμε αυτήν την συμβουλή. Μια σειρά από μελέτες έδειξαν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι ακολουθούν παρόμοια στερεότυπα σχετικά με το προφίλ των εγκληματιών και πιστεύουν ότι «το πρόσωπο ταιριάζει με το έγκλημα.» Αυτό γίνεται εμφανές στα δικαστήρια: Η ψυχολόγος Λέσλυ Ζέμπροβιτς (Leslie Zebrowitz) έχει αποδείξει ότι κατηγορούμενοι με «ώριμο παρουσιαστικό» είναι πολύ πιθανόν να βρεθούν ένοχοι για συγκεκριμένα είδη εγκλημάτων. Ακόμη όταν κατηγορούμενοι με παιδικό παρουσιαστικό βρίσκονται ένοχοι, υπάρχει η τάση να τους επιβάλλονται πιο επιεικής ποινές. Την παραπάνω διάκριση την αποκαλεί «face-ism» ως ένα είδους ρατσισμού και ισχυρίζεται πως οι κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να εμφανίζονται στο δικαστήριο.

Ο επιστημονικός αυτός κλάδος της ψυχολογίας εγείρει κάποια φυλετικά ζητήματα. Για παράδειγμα, αν υπάρχουν φυλετικές διαφορές στην δύναμη των άνω άκρων, τότε η θεωρία του Άαρον Σέλ προβλέπει πως θα πρέπει να υπάρχουν φυλετικές διαφορές και στο βαθμό επιθετικότητας. Σε οποιοδήποτε βαθμό, διακρίσεις με βάση τα χαρακτηριστικά του προσώπου ενός ατόμου είναι μια πραγματικότητα: μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 2004 έδειξε ότι σε ανθρώπους με Αφροκεντρικά χαρακτηριστικά προσώπου τους αποδίδονταν σκληρότερες ποινές φυλάκισης—ακόμα και όταν τα άτομα αυτά έχουν λευκό χρώμα δέρματος. Σε αυτό το σημείο δεν υπάρχει καμιά διαφορά μεταξύ του φυλετικού ρατσισμού και του ρατσισμού που έχει την βάση του στα χαρακτηριστικά του προσώπου.

Ακόμα και αν αποδειχτεί ότι άνδρες με αρρενωπά πρόσωπα τείνουν να είναι πιο επιθετικοί εκ φύσεως, μια νομοθεσία που θα είχε την βάση της στην κατηγοριοποίηση των χαρακτηριστικών του προσώπου δεν μπορεί να μας εγγυηθεί την προσωπική μας ασφάλεια. Ο φονιάς της Ινδίας με το παιδικό πρόσωπο—και όλοι οι φονιάδες με παιδικό πρόσωπο που ήταν πριν από αυτόν (Lesley Eugene 2007, Jeffrey Dahmer, Baby Face Nelson, Willie Doody)—μπορούν να αποδείξουν το ακριβώς αντίθετο.

Βασισμένο σε άρθρο του Dave Johns, www.slate.com, 14 Οκτωβρίου 2009

ΠΗΓΗ :  www.skepsou.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s