Η ποιήτρια Ντόρα Βλάσση .


 

 

Η Ντόρα Βλάσση είναι μία νέα ποιήτρια η οποία διατηρεί το ιστολόγιοhttp://orxistradwmatiou.blogspot.com/ από το οποίο προέρχονται τα κατωτέρω ποιήματα. Μία πληθωρική γραφή που εκφράζεται σε ελεύθερο αλλά δε διστάζει και σε έμμετρο λόγο η οποία καλύπτει χωρίς να πνίγει το χώρο και αφήνοντας μικρές αυτοτελείς (ως πλήρεις αν διαβαστούν μόνες) εξαιρετικές ποιητικές στιγμές. Γιώργος Πρίμπας
Ενδεικτικά και μόνο ας αναφέρουμε την παραπομπή του ποιήματος «Ξενάγηση»:

«Οι πόλεις έχουν σφιγμένες χούφτες από μικρόκοσμους.                              
Μέσα μπορούν οι ατμοί των γεμίσεων τους να σηκώνονται,
από διάφορες χαραμάδες φούρνων.
Οι δεσποινίδες, οι κύριοι, οι κυρίες,
είναι οι πιπεράτοι τριγμοί της διασάλευσης, μιας ασημαντότητας στατικής,
που οικειοποιείται εκτάσεις βουβές κι ακατοίκητες από κακοήθειες, καλοήθειες
και διασταυρωμένα πυρά, πάνω και κάτω από τραπέζια.»

 

“Σεπτεμβριανό σάλπισμα”


Πήρα έναν όλο κι όλο κατήφορο,
τίποτα πιο πολύ από μια γλώσσα όλο τρίχες,
βουτηγμένη σε μπλε του κοβαλτίου.

Άσπρος ο δρόμος που έγινε ύπαιθρο
μέσα στο χαρτί.
Τώρα μπορούν να σπαρθούν,
ένας σωρός σπυριά, αναφυλαξίες και κυρτωμένα άκρα.
Μερικά δάχτυλα ποδιών που κρατάνε με πάθος μια κλειστή ομπρέλα.
Μια ασπίδα όλο πτυχές, που κρύβει ένα ζευγάρι παπούτσια ολοκαίνουρια,
από κακοτράχαλα εδάφη και μικρές ανισορροπίες
πάνω στο ποδήλατο και πάνω στο νήμα.

Η πρώτη ειδοποίηση ήρθε,
κάνοντας τα φύλλα ψηφίδες.
Έκανε διάφορες παναγιές και καίσαρες,
στόμα με στόμα,
και τα άβε, μικροσκοπικά χερουβίμ μέσα στα καπέλα τους.
Η πλάση τους, ο μακρύς τους τοίχος,
και πίσω απ’ τους λαιμούς τους εκείνος ο βαρύς ίσκιος,
μια σκυθρωπή λαιμητόμος.
Βραχύβιες βροχούλες, μικρές σεμνότυφες υπηρέτριες,
που φορούν μόνο τις ποδιές τους, τίποτ’ άλλο,
κι απλώνουν σε κάποιες εξοχές, αμέριμνες, τ’ ασπρόρουχα του αφέντη τους.
Η πρώτη ειδοποίηση αυτή.
Χλωμή, ασθενική, με δύο μελανές φλεβίτσες στους κροτάφους,
αυλάκια μαρτυρημένα, ανάγλυφα, εύθραυστα φιδάκια.

Θα περπατήσουμε πλάι-πλάι, λοξά όμως,
σαν νυχτερινά καβούρια.
Θα μας ακολουθεί το πέλαγος,
φυσώντας πάνω μας αφρούς και αστερίες.
Θα τρέμουμε σε λίγο καιρό και θα πρέπει να νοικιάσουμε
μια ωραία τρύπα.
Μέσα στο νερό θα κρούουμε τα κελύφη και τις δαγκάνες μας.
Θα έρθουν αμέτρητα ξημερώματα να μας βρουν πάνω στο σκάκι μας.
Το τζάκι θα μοιράζει την φωτιά.
Οι ίσκιοι της θα κάνουν μυριάδες τα πιόνια , τόσα κι άλλα τόσα!
Ένας στρατός ολόκληρος, ολοκαίνουριος
θ’ ανεβαίνει αλαλάζοντας απ’ τα τετράγωνα.
Έτσι θα περνάει ο καιρός και δόξα τω θεώ,
δεν θα ‘χουμε στα σίγουρα νικητή,
παρά μόνο ατέλειωτες παρτίδες και γεμάτα ποτήρια.


“Ημερολόγιο Ποδηλάτη”

Στο στρατό, ήταν το στερνό ποδήλατο.
Μες στους μυριάδες, ο ύστατος.
Οι ακτίνες του γύριζαν πολυτέμνοντας, τόξα και ασφάλτινους κομήτες.
Νύχτα,
στο ανεξακρίβωτο δέντρο,
η φυλλωσιά ένα ψηφιδωτό αεικίνητο,
όλο χλωροσύνη και κυψέλες.

Αχνοί ιστοί, ισχνοί βολβοί και κραταιό δοξάρι,
στη βιόλα του ήχοι εκκρεμούν ως το λιγνό χορτάρι.

Μακριά τα μέλη των κλαριών συνθέτουν παραγάδι
και μέσα φαίνει στιλβωτό, με λέπια ένα κοπάδι.

Κοπάδι κάτωχρό κι υγρό, σπαρτάριστο εν συσπάση
τα βράγχι’ ασκοί με κρύσταλλο φουσκώνουν ως την χάση.

Ύστερα , την  μέρα, μακριά από δεντρίσια παραγάδια,
κάτω απ’ την ρόδα του,
σταχτερές οι πλατείες δοκιμάζονται από τη βία του λάστιχου και του τάχους.
Είδε μερικά συνθήματα της ώρας
και τους φωτεινούς γοφούς των ανταρσιών ν’ αναβοσβήνουν αχνά ,μέσα στις ακτίνες του.
Οι λοβοί του άνθισαν,
αυγατίζοντας ομοβροντίες αγανάκτησης.
Τώρα πάει με τα σμήνη και τ’ όχημα του δεν αγγίζει δρόμο.

Ζύμη νέφους στις γροθιές του
το ψωμί του όλο γεννάνε,
δίνες οι ορθοπεταλιές του,
το αλέθουν, το ρουφάνε.

Στο καλάθι του ως αντήλιο,
στη φορμόλη ένα κεφάλι,
το κεφάλι του το ίδιο,
ταξιδεύει και αγάλλει.

Στέκει μόνος ο λαιμός του,
σπίτι ενός ξενιτεμένου
νόστο ανθίζει ο γκρεμός του,
μάρτυς Μάρτη εσταυρωμένου.

Τώρ’ ακέφαλος πώς στέκει
λένε αθώα οι τσιρκολάνοι,
πίσω τρέχει απ’ ένα τσέρκι,
κι όπως πάει θα πεθάνει.

Αδέσποτε, ύστατε ακροβάτη των σελών,
εσύ καλπάζεις συλλέγοντας μες τα δόντια ακίδες και τυχαία ζωύφια.
Στις χούφτες σου, ο πληθυσμός της πολιτείας με τις εξάρσεις του,
τις αφυπνίσεις και το αστείο κουκλοθέατρο που στήνει,
καθώς σκέλεθρα μαριονέτων,
κινούνται αμέριμνα από καραβόσκοινα.
Στο αναλόγιο σου, οι κενές βιτρίνες καθρεφτισμένες σε πολύχρωμα εκκλησιαστικά τζάμια.
Κι εσύ, αξιοθέατο του κέντρου, αεικίνητο,
κομπάρσε ενός θιάσου που δεν μένει ,
βλέπω το κοσμοδρόμιο και το μακρινό σου άρμα,
και κάτω απ’ τα λάστιχα σου,
τα νερά παλινοστούν με αφρούς, σταυρούς και βράγχια.

Των σταυρών τα χνουδάτα πνευμόνια,
συμμαζεύουν ανάσες νερένιες
και τα όντα θαλάσσια πιόνια
με πεταλιές προχωρούν ασημένιες.

Ποδηλάτη, παράξενος δύτης
καταλήγεις καθώς ξεμακραίνεις,
στα πελάγη, δρομεύς και αγύρτης
τερματίζεις, τη στέψη αναμένεις.

Απ’ τα νερά σηκώνονται τα όρη σαν πυξίδες,
βλέπεις τώρα διάφανο τ’ άστρο κάποιου βορρά
κι αν είναι θανατερό το χρυσάφι
μες τις κασέλες των οριζόντων, όπως καταβυθίζεται σε τάφρους ορυχείων,
εσύ θες μόνο το σημείο φυγής μες στον πίνακα που τρέχεις να αγγίξεις
κι ύστερα στην καμπύλη να χαθείς,
ανεμίζοντας βάγια και συμπαθητικούς Ιούδες.

Μπηγμένοι σταυροί μες στους λόφους
σ’ αυτούς πας με ούριους συντρόφους.

Λημέρια σε κρύβουνε, πόσα; Μέτρα!
Κοιμάσαι, προσκέφαλο η πέτρα.

Μεσσία της Παρασκευής,
μιας οποιασδήποτε Παρασκευής
και γεννημένε άνευ άστρου και πάχνης,
ένα ποδήλατο η περιουσία σου όλη κι όλη,
ένα ποδήλατο και οι ταγμένοι δρόμοι.
Τα πέταλα μες τις ίριδες παφλάζουν,
στο διάκενο των ακτίνων, μια αυτοκρατορία πλασμάτων.
Η γλώσσα τους απ’ το υλικό σου.
Αλογίσια και στην χαίτη της λαξευμένος ο καλπασμός στο αμφίρροπο.
Μια μπόρα σε βάλλει  απόκοσμων καστράτων ,
που φεύγουν στοχεύοντας άριες πάνω στα δικά τους ποδήλατα ,
δεμένα με χορδές και λαρύγγια.
Μες στο βελούδο σηκώνεται αναπάντεχα,
θεόρατος ένας Φαρινέλι,
πελαγοδρομεύς όπως κι εσύ, στην γλώσσα γλιστρά κι υψώνεται της φλύαρης πορείας σου.

Γόρδιων έκταση τώρα τα μέλη,
πέλματα μπρούτζινα λιώνουν αμπέλια
και στο νερό μέσα του Φαρινέλι,
φεύγει από κρύσταλλο μι’ αγέλη χέλια.

Αγρι’ ανήμεροι, λάβροι καστράτοι,
λάρυγγες άνεμοι, κάτοικοι θόλου
άντρες ιδιότροποι μα ντελικάτοι
μες στον ασκό λεπτεπίλεπτου Αιόλου.

Πού πας μέσα σε αόρατες ουρές,
μέσα στην ευρεία υγρασία ενός ρε, να υπάρξεις,
εσύ, ραγδαίε και μοναχικέ.
Κι όμως!
Σε είδα να κάνεις ποδήλατο πάνω στο πεντάγραμμο,
ακέφαλος στο κρεσέντο σου, σαν αλλοπαρμένο αλογάκι.
Πάλευες με την μπροστινή τη ρόδα σου,
ν’ ανοίξεις  τη σφιχτή κλειδαριά ενός σολ.
Φεύγαν απ’ την διάτρητη σκεπή του, σμήνη τα χελιδόνια.
Ακολούθησες κι εσύ.
Ο λαιμός σου ορθάνοιχτος, μια φωλιά αλλιώτικη από λάσπη, βαμβάκι κι αδένες.
Οι κούρμπες σου όλο σπόρια και νερό.
Στην ράχη σου, μόλις που φύτρωνε ένα οξύ κουδουνάκι ,
αναγκαίο σε κάθε σωστό ποδηλάτη.

 

“Η ενορία της Ταβέρνας ”

Αγία ταβέρνα.
Ομίχλη μέσα σου οι ψαλμωδίες με τις γωνίες.
Ομίχλη οι κάτοικοι σου,
χωρίς πρόσωπο.
Το σύρμα με τα πολύχρωμα φώτα,
η ψάθα της καρέκλας με τις ανοσιολογίες στην πλέξη
και ο τσίγκος των κανατιών βαθυκόκκινος
βαφτισμένος στο οινόπνευμα.

Αγία ταβέρνα.
Οι θαμώνες με τα χρυσά στέφανα, ένα κύκλο γύρω απ’ τα ξεροκέφαλα τους ,
άγιοι της μέθης, του ραχατιού, της τρικυμίας.
Οι αγιογραφίες των παλιών μεθυσμένων μες στην λύτρωση τους,
εν ώρα εξομολόγησης απαθανατισμένοι στους τοίχους,
κάτω απ’ το καλιμάφκι του ταβερνιάρη,
κάτω απ’ το καλιμάφκι του καπνού,
γαϊτανάκι εγκλημάτων κι ανδραγαθημάτων
και στα βαθιά, το κρασοβάρελο,
η κολυμπήθρα του Σηλωάμ.

 

“Beauté”

Είναι τα τραπουλόχαρτα πολύ απαιτητικά ,
όταν σαλεύουν μέσα στα κομμωτήρια οι φιγούρες τους ,
μέσα στους λουτήρες κατακορύφως ή με μαλλί συρμάτινο στην δίνη μιας φυσούνας.

Οι κούπες , αντιθέτως απ’ ότι πιστεύεις ακραδάντως, είναι κακάσχημες.
Η δικτατορία τους , εκπίπτει μέσα σε αλαλαγμούς :”Η βασίλισσα πέθανε” “ζήτω η βασίλισσα”.
Στα σάπια της δόντια  μερικές τελευταίες κάλπικες φιλοφρονήσεις.

Οι καρό δεν είναι παρά ψυχρές παρυφές παγόβουνων,
κομμένες αδέξια με ένα κοπίδι απλούστατο.
Είναι τόσο ξεπλυμένες και θαμπές, που δεν μπορεί να τις συνεφέρει,
παρά μόνο ένα βαμπιρίσιο δείπνο με ανοιχτές φλέβες και μόνους λαιμούς.
Όμως σε κάτι τέτοιο φρικτό, οι φιγούρες αυτές δεν θα προέβαιναν.
Μια πράξη εγκληματική, θέλει τουλάχιστον λίγη συμφόρηση,
λίγο μαύρο αίμα οριακού υδραργύρου.
Μέσα τους, ρέουν βραδυκίνητα, παχύδερμα πολικά έλη.
Το αποτέλεσμα είναι πάντοτε δυσδιάκριτο.

Οι σπαθάτες φιγούρες έχουν μια κάθετη στάση,
που διακρίνεται στις αδέξιες και αντιθηλυκές κινήσεις τους.
Δεν είναι αντιθηλυκές στην πραγματικότητα και με λίγη νιώση, θα μπορούσαν κάπως να προσμετρηθούν στις αξιοπρόσεκτες,
αλλά επιμένουν να ρουφάνε αντιαισθητικούς κυλίνδρους καπνού,
αφήνοντας ένα χείμαρρο εξαερωμένων αποβλήτων να φεύγουν απ’ τους πνεύμονες τους και μισοκλείνουν τα μάτια τους , όπως οι σκιερές αρρενωπές χίμαιρες των μαγειρείων.
Περπατούν απρόσεκτα, περπατούν με κλίση,
περπατούν σαν θηλυκή κωμωδία, περπατούν σαν αρσενικό μόριο με ψηλοτάκουνα.

Ισχύει το αυτό και για τις αρσενικές φιγούρες των παραπάνω σχημάτων.

Οι μπαστουνάτες φιγούρες, είναι όσα προαναφέρθηκαν συν οι αριθμοί.
Κινούνται σε ιδιωτικά καλλωπιστήρια .
Ένα απ’ τα χίλια τους κεφάλια, δεν μπορεί! Θα είναι εξαίσιο.
Δεν θα το δει , παρά ο πεντηκοστός -τρίτος δαίμονας*.
Βλέπει αυστηρά και μόνο μπαστουνάτες φιγούρες κατόπιν προσωπικής αδυναμίας και βίτσιου.

Στα τσόχινα κράσπεδα, ενός αλησμόνητου υπαίθρου,
η ορχήστρα στέκεται μέσα σε διαξιφισμούς περαστικών σμηνών.
Σε μικρά λίκνα από κολοκύθες, φυλάσσει τις προφητείες της.
Σε εκκρεμή μικρόφωνα, σφυρίζει τα αθίγγανα τραγούδια της.
Σε αναπάντεχα πάλκα, στήνει την παράσταση της.
Προχωράει μέσα στα βάθη της τρέχουσας ημέρας ,
υπολογίζοντας τις μελλοντικές λεγεώνες, ως ήδη αφιχθείσες.
Όχι πως υπακούει σε βασιλιά ή Εωσφόρο.
Πάει με τους ήλιους και τα δικοτυλήδονα.
Πάει με τα ωκεάνια δάχτυλα της απανθρακωμένης φωτισμένης.
Πάει με τα στοιχεία.
Μικρός κυκλώνας υπερβατικής κοινωνίας ,
δουκισσών και ιπποτών, και αριθμητικών ανεμοδούρων.

(Μεθεόρτια του “beauté”

Παραπομπή*

Ο πεντηκοστός τρίτος, είναι ο έκπτωτος δαίμονας, μιας καθόλα άτυπης κολάσεως. Οι Κυριακές που του ήρθαν, μέσα σε λευκές γάζες ραμμένες από αδέσποτα, κοριτσίσια σοσόνια, κλόνισαν το μέσα του Κακό σε σημείο να γίνεται λόγος στις τάξεις των δαιμόνων,
για μη αναστρέψιμη κατάσταση.
Μέσα του ένα γλέντι γραναζιών δεν παύει να του σφυράει καταπρόσωπο,
ματσάκια Κυριακών, βουτηγμένα σε διάφορες παρθένες ίριδες .
Έτσι πέφτει συχνά σε μια κατάσταση ληθαργική, μέσα στην οποία σίγουρα ευτυχεί.
Όταν ανοίγει τα μάτια του, δεν υπάρχει πια αμφιβληστροειδής,
καθώς και τα άλλα αναπόσπαστα μέλη του εργαλείου της οράσεως,
παρά δυο μπαστούνια που μέσα τους φεύγουν,
μόλις συντελεσμένες  συνευρέσεις με πλάσματα εξωτικά,
βυθισμένα σ’ ένα ηδονικό  μαύρο που μόνο η απόσταξη του ήλιου μπορεί να φέρει,
μέσα σε ένα δοχείο τριγώνου με σάρκινο μπαστουνάκι, ελαφρώς κοκκινισμένα χείλη και ένα ποταμίσιο ελιξίριο, ανήκουστης ικανοποίησης.)

 

“Ξενάγηση”

Ι.
Κάποτε ήταν που τις όργωναν ιππήλατες άμαξες και κύριοι, πολύ κύριοι,
με ημίψηλο.
Αυτοί οι δρόμοι είχαν μια απροσδιόριστη στρώση από κεντήματα και πάνω στην πλέξη τους έπαιζαν μερικές αδέσποτες ορχήστρες βιολιών, κάποια τυχοδιωκτικά βαλς.
Κάτω απ’ τους φανοστάτες οι πραγματικές κυρίες, σήκωναν στο φως τα κόκκινα στόματα τους και η δίνη του στήθους τους φυλλορροούσε πλάσματα της υγρασίας .
Οι τυχοδιώκτες σε σχήμα γάμμα, με θαμπά φανάρια, αχνοφαίνονταν μέσα στις ρόδες, μια πόρτα τους περίμενε προς παραβίαση, μια κυρία με ικεσία, μια υπηρέτρια με λυμένες κοτσίδες, ένας κύριος με όρθιο μπαστούνι.
Φοράς λουστρίνια και μια που διαβάζεις, στάσου να κάνεις μια βόλτα καβγαδίζοντας με το πλακόστρωτο. Αλλά πάρε και μια ομπρέλα, πριν βγει η βροχή μαζί με τους φανούς της αστυνομίας.

Βήμα πρώτο: Στα δεξιά σου μια εκκλησία, θεόρατη σαν φούντα βασιλικού, θρυψαλιάζει μια κούπα λαδόνερο. Στην πόρτα ένας εκλεκτός του θεού ασφαλώς, λιγουρεύεται διερχόμενες κυρίες με τα σκυλάκια τους . Μια απ’ της κυρίες του λερώνει το εσώρουχο, ένα απ’ τα σκυλάκια του λερώνει τα παπούτσια. Μπαίνει μέσα, αφού λύνει έναν παράξενο βρόγχο που μοιάζει με βλαστήμια .Οι ανάγλυφοι άγγελοι της πρόσοψης τον κοιτάνε. Του κουτσουλάνε την καράφλα.

Βήμα δεύτερο: Ο κύριος δεξιά, είναι δικαστικός και δίκαιος. Πάντα μετά της συζύγου και της κουδούνας του. Όχι σε διαβεβαιώ δεν είναι κοπάδι με πρόβατα αυτό που ακούς, είναι η κουδούνα της τσέπης του, μια μπάμπουσκα από μπρούτζο γυαλισμένο, που αποκάτω κρύβει άλλες μικρότερες κουδούνες και μια αρσενική καμπούρικη νεράιδα, τις κρούει κατά την βούληση της.
Η δικαιοσύνη στα χέρια ενός κυρτωμένου αερικού.

Βήμα τρίτο: Το ποτάμι δεν έχει απουσιάσει ούτε μια μέρα, καθώς τα περιφερόμενα λέπια, οι πάπιες και οι παρόχθιοι φωτογράφοι. Αυτή η οικογένεια πολύ συχνά φωτογραφίζεται, προβάλλοντας τα γυαλιστερά της μποτίνια. Στην πρασινάδα των νερών του, φεύγουν λιπόθυμες μερικές τουριστικές παρέες σε κανό.

Βήμα τέταρτο: Τα μαγαζάκια έχουν μια τράπουλα θαμώνων όλο βρώμη, ξεροψημένες από κάτω φραντζόλες και αποπάνω πεντακάθαρες, αχνιστές. Τα φαναράκια, σηκώνουν ολόκληρα άλμπουρα καπνών, λες και επρόκειτο για μικρές εργοστασιακές μονάδες φιτιλιών που αυτοπυρπολούνται. Και πράγματι, ανά πεντάλεπτο εκρήγνυνται σκίζοντας τους καβγάδες, τις συζητήσεις, τα απέναντι φιλιά και τα χτυπήματα των χαντρών.

Βήμα πέμπτο: Λίγο ακόμα και θα βγεις απ’ την πόλη*. Τα προάστια έχουν σημαντικές εκτάσεις σπαρμένες με ύποπτα βότανα. Οι οικογένειες που διαμένουν εκεί, παριστάνουν πως ζουν σε πύργους και γύρω απ τα σπίτια τους, σηκώνεται συχνά ένας τυφώνας γαλαζωπού αίματος. Όταν συμβαίνει αυτό, χαίρονται πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα, στριφογυρίζουν κάτω απ’ τους πολυελαίους και γλεντάνε κάνοντας αιμομιξίες όπως επιβάλλεται. Αξίζει να σταθείς ν’ ακούσεις αυτό το πολικό πιάνο. (Ήσυχα κρησάρωντας το αδελφό ψύχος μες στο διάτρητο βελούδο, πάει κρυσταλλιάζοντας η μελωδία κάτω απ’ τα τραπέζια και μελανιάζει γάμπες. Άκου το μελάνιασμα. Παρέλαση φλεβίτιδας, η ορθοστασία της πλήξης .Ρίξε αυλαία, κατάλαβες σωστά. Πλήττουν τόσο που εξομολογούνται στις χορταριασμένες πίστες και στα καλαίσθητα ζώα που εκτρέφουν, μια και τα γουρούνια απαγορεύονται. Αξίζει ν ακούσεις μια τέτοια εξομολόγηση . Η δεσποινίς, ένας μίσχος ασθενικός, παραπονείται πλάι στο αφρισμένο ρέμα.
” Ο δάσκαλος της ζωγραφικής δεν βάζει ποτέ ζάχαρη, αλλά είναι η ζάχαρη παντού τυραννική. Δυσκολεύομαι με τα θερμά χρώματα, τις νύχτες έρχονται οι στρατοί τους, ιχθυοκένταυροι, το κόκκινο θεόρατο και η λειψυδρία, η γάγγραινα. Είμαι φθισική τελικά, αλλά θα το μαρτυρήσω γύρω στα δεκαοχτώ, όταν θα πρέπει και να πεθάνω, όπως κάθε γαλαζωπός γόνος.”
Ένας αέρας ελαφρότατος σέρνει την ομπρέλα της στο νερό.

Υ.Γ. Ένας αέρας ελαφρότατος σέρνει την ομπρέλα της στις κοπριές, αλλά δεν είναι σωστό να παραδεχτείς πως το είδες.
Η δεσποινίς κυνηγάει την ομπρέλα της. Γυρνάει κρατώντας της σφιχτά στα δόντια της, οι παρειές της είναι γεμάτες στάλες.)
Το τοπίο μετεωρίζεται ανάμεσα στην υγρασία και τον ψυχρό αέρα των απογευμάτων. Όλα είναι γαλαζωπά και οι πίνακες πεντακάθαρο μπαρόκ, τίποτα λιγότερο.
Επέστρεψε, παίρνοντας μαζί σου το πιάνο.

ΙΙ.
Στην ίδια πόλη,
ισχύει εδώ και καιρό η απεργία.
Το έμβλημα, ένα μάρμαρο οξειδωμένο από μια βροχή φλεγμάτων, όλο και γέρνει κατά τον ουρανό προς ανάληψη. Αποκάτω βολτάρουν τα βρύα. Μερικά χυδαία προς την αισθητική παιδιά, σε παρέες. Μερικά θαυμάσια προς την αισθητική  παιδιά, σε παρέες. Είναι καταδικασμένη να φέρει μια μελωδία, κακού ηλεκτρονικού πειραματισμού, πάντα αναβάτισσα σε μερικά πρασινωπά μέσα και με ένα σύρμα δεμένο σε κόρνα που δεν παύει.

Ένα γωνιακό νοσοκομείο δεν πιστεύω πως περιθάλπει. Ένα γωνιακό νοσοκομείο, θρέφει στο στομάχι του, ύποπτες σκιές από εκδιδόμενους ανθρώπους που χορεύουν σε πίστες από ξερατά, σε πίστες από αστικό ίλιγγο. Χέρι με χέρι η τροφοδοσία, τα ψεύτικα γυαλιά, το ληγμένο άρωμα, το ξεραμένο αίμα και οι τσιγγάνες χωρίς κατσίκες με τις φωτιές και τα ζογκλερικά, ακόμα στον μεσαίωνα. Οι τιμιότητες των διερχομένων είναι ασφαλώς αναμφισβήτητες. Με την μέγιστη δυνατή ειλικρίνεια γλιστρούν λαθραία στις αποχετεύσεις.

Η εκκλησία είναι πραγματικά ένα πλήθος, μια αλυσίδα επιστημονικού τερατουργήματος. Τόπους τόπους μανιταροειδή με τρούλους και σιωπηρά καμπαναριά. Λουκέτα στις πόρτες, ο θεός απουσιάζει σε διακοπές μετά του αγίου ρεύματος (χαμηλής  τάσης! Κόπηκε πλέον σύριζα.), ο γραμματεύς του κρύβεται, οι άγιοι, σκέλεθρα τοίχων, ατάιστοι, ξεκίνησαν να τρώνε ο ένας τον άλλον, αφού εξάντλησαν τους κυριακάτικους πιστούς.

Υπάρχει μια κατασκήνωση ανέργων, πραγματική ανθόρροια. Τριγυρνούν με ευχετήριες κάρτες στο χέρι, της οποίες ανανεώνουν μηνιαίως, ώσπου να πεθάνουν της πείνας όπως οι άγιοι. Αυτοί όμως δεν έχουν πιστούς. Μόνο δανειστές.

Μα στο κέντρο θα σου έρθει μια άλλη μουσική εξαίσια αφρικάνικη, πολυπρόσωπη ωστόσο.

Βήμα πρώτο: Στο κέντρο ο κύκλος τετραγωνίστηκε απειράκις. Το αίνιγμα το έχουμε λύσει.
Πάνω στο τσιμέντο του, ένα συντριβανίσιο λειρί μια υπάρχει μια δεν υπάρχει, μια στην θέση του, ένα σύμπλεγμα από διασταυρωμένα σίδερα, πάει κι έρχεται. Πρόκειται για πτυσσόμενο γήπεδο πραγματικά. Στις κερκίδες οι επισκέπτες πεινάνε, τα περιστέρια πάντα τρώνε, οι τουρίστες σέρνουν με μειδιάματα τις βαλίτσες τους πάνω σε κάτι ράγες από λίγδα. Το λαδάκι της πόλης!

Βήμα δεύτερο: Ένας μίτος πορειών βγάζει μακριά απ’ το κελάρι του δέρατος. Ακολούθησε τον σε ρυθμό αφρικάνικο και μην παραλείψεις να ανταλλάξεις πλήθος χειραψιών με πολύχρωμα χέρια. Πουλάνε λαμπερούς δίσκους με αλλοιωμένη μουσική. Πουλάνε θεόρατα αλογάκια από κάλπικο ελεφαντοστό. Πουλάνε τουμπερλέκια όλων των μεγεθών. Φοράνε τουρμπάνια και κελεμπίες. Πάνε σπίτια τους καλπάζοντας επάνω σε οργισμένες καμήλες, που μασάνε νερατζόφυλλα και νέφος.

Βήμα τρίτο: Από μακριά μια μυτερή στήλη υπόσχεται. Είναι η Μέκκα του αναλογίου της πόλης. Εκεί πάνω αρμενίζουν τα πλήθη των κατοίκων, είτε καιροσκοπώντας, είτε ρεμβάζοντας. Τα φωτογραφικά φλάς μπορούν να σου τάξουν μια πραγματική στέψη και να τη ζήσεις, πλάι σε αυθεντικότατους Άτλαντες, παλιές κυρίες, αδιάβαστους οργανοπαίχτες και μαγαρισμένα πεζούλια. Ακούς πάντα έγχορδα, τα όποια απροσδιορίστου υλικού τρίβουν σκόνη χρυσοκόκκινη. Η νύχτα μπορεί να περάσει σα νερό, αυγίζοντας λίγο πριν ξανασηκωθεί.

Βήμα τέταρτο: Δύσκολο να σου πω ονόματα σ’ αυτή την κούρμπα της αδιαπραγμάτευτης περιπέτειας. Όλα τα υλικά μπορούν να σου συνθέσουν έναν ξεναγό λαλίστατο. Οι κυρίες ψωνίζουν κι από διερχόμενους επισκέπτες και είναι κυρίες υψηλής ανάλυσης όντως. Τα καλοκαίρια πίνουν πάντα σε κολονάτα ιωνικού ρυθμού. Οι αυχένες τους είναι μπρούτζινοι και αλειμμένοι το λυχναρίσιο λάδι των φυλαγμένων ημερών. Σε λίγο θα μπουσουλάνε πλάι στις πορτοκαλόφλουδες και τα θέρετρα που παραθερίζουν θα είναι οι βιομηχανικοί τενεκέδες. Οι κύριοι είναι όλο λούστρο, τα παπούτσια τους μετράνε τον τρίτο τους χρόνο. Το κοντέρ τους δεν έχει γράψει και κανένα σπουδαίο χιλιόμετρο.

Βήμα πέμπτο: Θα παρατείνω γιατί έχουμε και καλλιτέχνες. Ζουλιγμένοι μέσα στα εργαστήρια τους, μελετάνε την κόπια τους. Μελετάνε την φυλή τους. Μέσα σε φιαλίδια και συγκεκριμένα ύφη, τρίβονται ώστε να διατηρήσουν ακμαία την άρεια καταγωγή τους. Έχουμε αιώνες ν’ ακούσουμε κάποιο καλό νέο. Μετανάστευσαν στον Σείριο Β απ όπου κατάγονταν όπως διατείνονταν, μερικοί από εμάς, πραγματικά γέλασαν μ’ αυτό, άλλοι το πιστεύουν ακόμα, προσπαθώντας να τους μοιάσουν. Αυτό σημαίνει ότι θα συναντήσεις πολλούς με φοβερή ατημελησία ώστε να θριαμβεύει κραυγαλέο το πνεύμα, καπέλα από δέντρα, κουτσουλιές αντί σκουλαρικιών, φρουτιέρες αντί παπουτσιών και διάφορες νεοεφευρεσθείσες ιδιαιτερότητες, προκειμένου να είναι ίδιοι με τους καλλιτέχνες, οι οποίοι είναι όμοιοι με τους πιστούς τους, και πότε κάνουν οι μεν τη μαϊμού, πότε οι δε! Πάντως αλληλοχειροκροτούνται. Το χειροκρότημα συνήθως μεταφέρεται ταχυδρομικώς διότι η νέα κόπια καλλιτεχνών, απαραιτήτως ως επί το πλείστον απέχει απ’ την έκθεση και ζει απλοϊκά σε κάποιο χθόνιο χωριό. Έχουν πολύ λευκό δέρμα βλέπεις, όπως όλοι οι υψηλοί γόνοι. Πλην δυο-τριών εξαιρέσεων που είναι άνθρωποι και λανθάνουν, δοκιμάζοντας και λίγη σήψη και λίγο φώς και μια ποικιλία μαγεμάτων όντας ορθάνοιχτοι, οι άλλοι πορεύονται κάπως έτσι.

Βήμα έκτο: Αν θες να δεις την ελευθερία, πήγαινε μέσα σ’ ένα χείλος από σουβλιές και καρφώματα. Τα πλαϊνά διαμερίσματα ανταλλάσουν απόψεις και πιατέλες. Οι λιτανείες των νωπών ρούχων, γάργαρες .
Ελεύθερα πάρκα με διασταυρωμένα χέρια, ελεύθεροι υπόγειοι συρμοί και το τρεχαλητό τους μες στους ζόφους, έφηβο και κατακόρυφο.
Στάσου ν’ ακούσεις ένα χθόνιο τραγούδι. Αστικό βεβαίως.

(“Μεθεόρτια της ξενάγησης”

Παραπομπή*

Οι πόλεις έχουν σφιγμένες χούφτες από μικρόκοσμους.
Μέσα μπορούν οι ατμοί των γεμίσεων τους να σηκώνονται,
από διάφορες χαραμάδες φούρνων.
Οι δεσποινίδες, οι κύριοι, οι κυρίες,
είναι οι πιπεράτοι τριγμοί της διασάλευσης, μιας ασημαντότητας στατικής,
που οικειοποιείται εκτάσεις βουβές κι ακατοίκητες από κακοήθειες, καλοήθειες
και διασταυρωμένα πυρά, πάνω και κάτω από τραπέζια.)

ΠΗΓΗ  :  http://www.24grammata.com/   Γιώργος Πρίμπας.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s